Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανυποληψία

/a.ni.po.liˈpsi.a/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η στάση περιθωριοποίησης από τη μεριά του κοινωνικού συνόλου προς κάποιο άτομο ή ομάδα ατόμων Βικιλεξικό
  2. η έλλειψη εκτίμησης, υπόληψης Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ανυποληψία < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική ἀνυποληψία. Δείτε το αρχαίο ὑποληπτός. Μορφολογικά αναλύεται σε αν- στερητικό στο ανυπόληπ(τος) + -σία >-ψία.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήανυποληψίαανυποληψίες
Γενικήανυποληψίαςανυποληψιών
Αιτιατικήανυποληψίαανυποληψίες
Κλητικήανυποληψίαανυποληψίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →