υπόληψη
•
- η καλή εικόνα που έχουν οι άλλοι για κάποιον, η καλή φήμη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υπόληψη < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ὑπόληψις
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | υπόληψη | υπολήψεις |
| Γενική | υπόληψης | υπολήψεων |
| Αιτιατική | υπόληψη | υπολήψεις |
| Κλητική | υπόληψη | υπολήψεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →