ανυπομνημάτιστος
•
- που δεν έχει υπομνηματιστεί, που δεν έχει υπόμνημα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανυπομνημάτιστος < αν- στερητικό + υπομνηματίζω, υπομνηματισ- + -τος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ανυπομνημάτιστος | ανυπομνημάτιστη | ανυπομνημάτιστο |
| Γενική | ανυπομνημάτιστου | ανυπομνημάτιστης | ανυπομνημάτιστου |
| Αιτιατική | ανυπομνημάτιστο | ανυπομνημάτιστη | ανυπομνημάτιστο |
| Κλητική | ανυπομνημάτιστε | ανυπομνημάτιστη | ανυπομνημάτιστο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ανυπομνημάτιστοι | ανυπομνημάτιστες | ανυπομνημάτιστα |
| Γενική | ανυπομνημάτιστων | ανυπομνημάτιστων | ανυπομνημάτιστων |
| Αιτιατική | ανυπομνημάτιστους | ανυπομνημάτιστες | ανυπομνημάτιστα |
| Κλητική | ανυπομνημάτιστοι | ανυπομνημάτιστες | ανυπομνημάτιστα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →