Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υπομνηματίζω

ρήμα
•
  1. φιλολογίασυντάσσω υπόμνημα με το οποίο σχολιάζω κριτικά, ερμηνευτικά ή αποσαφηνιστικά κάποιο κείμενο και με το οποίο υπόμνημα συνοδεύω το κείμενο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

υπομνηματίζω < ελληνιστική κοινή ὑπομνηματίζομαι < αρχαία ελληνική ὑπόμνημα < ὑπό + μνήμη ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική commenter)

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςυπομνηματίζωυπομνηματίζειςυπομνηματίζειυπομνηματίζουμευπομνηματίζετευπομνηματίζουν / υπομνηματίζουνε
Παρατατικόςυπομνημάτιζαυπομνημάτιζεςυπομνημάτιζευπομνηματίζαμευπομνηματίζατευπομνημάτιζαν / υπομνηματίζαν / υπομνηματίζανε
Αόριστοςυπομνημάτισαυπομνημάτισεςυπομνημάτισευπομνηματίσαμευπομνηματίσατευπομνημάτισαν / υπομνηματίσαν / υπομνηματίσανε
Μέλλονταςθα υπομνηματίζω / θα υπομνηματίσωθα υπομνηματίζεις / θα υπομνηματίσειςθα υπομνηματίζει / θα υπομνηματίσειθα υπομνηματίζουμε / θα υπομνηματίσουμεθα υπομνηματίζετε / θα υπομνηματίσετεθα υπομνηματίζουν / θα υπομνηματίζουνε / θα υπομνηματίσουν / θα υπομνηματίσουνε
Παρακείμενοςέχω υπομνηματίσειέχεις υπομνηματίσειέχει υπομνηματίσειέχουμε υπομνηματίσειέχετε υπομνηματίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα υπομνηματίσειείχες υπομνηματίσειείχε υπομνηματίσειείχαμε υπομνηματίσει——
Υποτακτικήνα έχω υπομνηματίσει / να υπομνηματίζω / να υπομνηματίσωνα έχεις υπομνηματίσει / να υπομνηματίζεις / να υπομνηματίσειςνα έχει υπομνηματίσει / να υπομνηματίζει / να υπομνηματίσεινα έχουμε υπομνηματίσει / να υπομνηματίζουμε / να υπομνηματίσουμενα έχετε υπομνηματίσει / να υπομνηματίζετε / να υπομνηματίσετενα υπομνηματίζουν / να υπομνηματίζουνε / να υπομνηματίσουν / να υπομνηματίσουνε
Προστακτική—υπομνημάτιζε / υπομνημάτισε——υπομνηματίζετε / υπομνηματίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →