ανυσματικός
•
- μαθηματικάπου έχει σχέση με το άνυσμα ή αναφέρεται σ' αυτό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανυσματικός < άνυσμα, ανυσματ- + -ικός (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική vectoriel απ' όπου και το διανυσματικός)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ανυσματικός | ανυσματική | ανυσματικό |
| Γενική | ανυσματικού | ανυσματικής | ανυσματικού |
| Αιτιατική | ανυσματικό | ανυσματική | ανυσματικό |
| Κλητική | ανυσματικέ | ανυσματική | ανυσματικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ανυσματικοί | ανυσματικές | ανυσματικά |
| Γενική | ανυσματικών | ανυσματικών | ανυσματικών |
| Αιτιατική | ανυσματικούς | ανυσματικές | ανυσματικά |
| Κλητική | ανυσματικοί | ανυσματικές | ανυσματικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →