διανυσματικός
•
- που έχει σχέση με το διάνυσμα ή αναφέρεται σ’ αυτό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διανυσματικός < διάνυσμα + -ικός (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική vectoriel)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | διανυσματικός | διανυσματική | διανυσματικό |
| Γενική | διανυσματικού | διανυσματικής | διανυσματικού |
| Αιτιατική | διανυσματικό | διανυσματική | διανυσματικό |
| Κλητική | διανυσματικέ | διανυσματική | διανυσματικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | διανυσματικοί | διανυσματικές | διανυσματικά |
| Γενική | διανυσματικών | διανυσματικών | διανυσματικών |
| Αιτιατική | διανυσματικούς | διανυσματικές | διανυσματικά |
| Κλητική | διανυσματικοί | διανυσματικές | διανυσματικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →