Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διανυσματικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με το διάνυσμα ή αναφέρεται σ’ αυτό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

διανυσματικός < διάνυσμα + -ικός (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική vectoriel)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιανυσματικόςδιανυσματικήδιανυσματικό
Γενικήδιανυσματικούδιανυσματικήςδιανυσματικού
Αιτιατικήδιανυσματικόδιανυσματικήδιανυσματικό
Κλητικήδιανυσματικέδιανυσματικήδιανυσματικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιανυσματικοίδιανυσματικέςδιανυσματικά
Γενικήδιανυσματικώνδιανυσματικώνδιανυσματικών
Αιτιατικήδιανυσματικούςδιανυσματικέςδιανυσματικά
Κλητικήδιανυσματικοίδιανυσματικέςδιανυσματικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →