Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανωμαλία

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. αφύσικη συμπεριφορά ή πράξη Βικιλεξικό
  2. μη αποδεκτή κοινωνικά συμπεριφορά Βικιλεξικό
  3. ελαττωματική παραμόρφωση σκελετού, οργάνου κ.λπ. Βικιλεξικό
  4. προεξοχή ή εσοχή στο έδαφος ή σε (λεία) επιφάνεια Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ανωμαλία < αρχαία ελληνική ἀνωμαλία < ἀνώμαλος < ὁμαλός (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική anomalie ή σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική anomaly)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήανωμαλίαανωμαλίες
Γενικήανωμαλίαςανωμαλιών
Αιτιατικήανωμαλίαανωμαλίες
Κλητικήανωμαλίαανωμαλίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →