ανωμαλία
•
- αφύσικη συμπεριφορά ή πράξη Βικιλεξικό
- μη αποδεκτή κοινωνικά συμπεριφορά Βικιλεξικό
- ελαττωματική παραμόρφωση σκελετού, οργάνου κ.λπ. Βικιλεξικό
- προεξοχή ή εσοχή στο έδαφος ή σε (λεία) επιφάνεια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανωμαλία < αρχαία ελληνική ἀνωμαλία < ἀνώμαλος < ὁμαλός (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική anomalie ή σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική anomaly)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ανωμαλία | ανωμαλίες |
| Γενική | ανωμαλίας | ανωμαλιών |
| Αιτιατική | ανωμαλία | ανωμαλίες |
| Κλητική | ανωμαλία | ανωμαλίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →