Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανώμαλος

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. άνθρωπος διεστραμμένος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ανώμαλος < αρχαία ελληνική ἀνώμαλος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήανώμαλη / ανώμαλος / ανώμαλοανώμαλες / ανώμαλοι / ανώμαλα
Γενικήανώμαλης / ανώμαλου / ανώμαλουανώμαλων / ανώμαλων / ανώμαλων
Αιτιατικήανώμαλη / ανώμαλο / ανώμαλοανώμαλες / ανώμαλους / ανώμαλα
Κλητικήανώμαλη / ανώμαλε / ανώμαλοανώμαλες / ανώμαλοι / ανώμαλα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

ανώμαλος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν ακολουθεί τον κανόνα, που παρεκκλίνει από αυτό που θεωρείται κανονικό ή φυσιολογικό Βικιλεξικό
  2. γραμματικήγια λέξεις που κλίνονται με ιδιαίτερο τρόπο και δεν ακολουθούν τα συνήθη πρότυπα σχηματισμού κλιτών τύπων Βικιλεξικό
    • λεξικό ανωμάλων ρημάτων
  3. χωρίς σταθερό ρυθμό, με απρόβλεπτες διακυμάνσεις Βικιλεξικό
  4. που παρουσιάζει εμπόδια Βικιλεξικό
    • ο δρόμος ήταν ανώμαλος, γεμάτος λακούβες
  5. που διεξάγεται με πολλές δυσκολίες και χωρίς να υπάρχουν οι συνήθεις συνθήκες Βικιλεξικό
    • το αεροπλάνο αναγκάστηκε να κάνει ανώμαλη προσγείωση
  6. για ανθρώπουςσεξουαλικά διεστραμμένος, ο διαστροφικός Βικιλεξικό
  7. το ουδέτερο ως ουσιαστικόγλυκό με κουβερτούρα και αμύγδαλα, περισσότερο γνωστό ως βραχάκι Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ανώμαλος < αρχαία ελληνική ἀνώμαλος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανώμαλοςανώμαληανώμαλο
Γενικήανώμαλουανώμαληςανώμαλου
Αιτιατικήανώμαλοανώμαληανώμαλο
Κλητικήανώμαλεανώμαληανώμαλο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανώμαλοιανώμαλεςανώμαλα
Γενικήανώμαλωνανώμαλωνανώμαλων
Αιτιατικήανώμαλουςανώμαλεςανώμαλα
Κλητικήανώμαλοιανώμαλεςανώμαλα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →