ανωτερότητα
•
- το να είναι κάποιος ανώτερος, η ιδιότητα του ανώτερου Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηαξιοπρέπεια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανωτερότητα < (καθαρεύουσα) ανωτερότης < ανώτερος + -ότης ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική superiorité)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ανωτερότητα | ανωτερότητες |
| Γενική | ανωτερότητας | ανωτεροτήτων |
| Αιτιατική | ανωτερότητα | ανωτερότητες |
| Κλητική | ανωτερότητα | ανωτερότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →