κατωτερότητα
•
- το να είναι κάποιος κατώτερος Βικιλεξικό
- αναξιοπρέπεια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κατωτερότητα < κατώτερος + -ότητα ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική infériorité )
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κατωτερότητα | κατωτερότητες |
| Γενική | κατωτερότητας | κατωτεροτήτων |
| Αιτιατική | κατωτερότητα | κατωτερότητες |
| Κλητική | κατωτερότητα | κατωτερότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →