Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανόητος

/aˈno.i.tos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. για πρόσωπαχωρίς νου, χωρίς μυαλό Βικιλεξικό
  2. για ενέργειεςπου χαρακτηρίζει έναν άνθρωπο χωρίς μυαλό Βικιλεξικό
    • είναι ανόητο αυτό που προσπαθείς να κάνεις
  3. για κάτι που δεν έχει νόημα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ανόητος < αρχαία ελληνική ἀνόητος Συγχρονικά αναλύεται σε στερητικό α- + νοητός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανόητοςανόητηανόητο
Γενικήανόητουανόητηςανόητου
Αιτιατικήανόητοανόητηανόητο
Κλητικήανόητεανόητηανόητο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανόητοιανόητεςανόητα
Γενικήανόητωνανόητωνανόητων
Αιτιατικήανόητουςανόητεςανόητα
Κλητικήανόητοιανόητεςανόητα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →