ανόητος
•
- για πρόσωπαχωρίς νου, χωρίς μυαλό Βικιλεξικό
- για ενέργειεςπου χαρακτηρίζει έναν άνθρωπο χωρίς μυαλό Βικιλεξικό
- είναι ανόητο αυτό που προσπαθείς να κάνεις
- για κάτι που δεν έχει νόημα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανόητος < αρχαία ελληνική ἀνόητος Συγχρονικά αναλύεται σε στερητικό α- + νοητός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ανόητος | ανόητη | ανόητο |
| Γενική | ανόητου | ανόητης | ανόητου |
| Αιτιατική | ανόητο | ανόητη | ανόητο |
| Κλητική | ανόητε | ανόητη | ανόητο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ανόητοι | ανόητες | ανόητα |
| Γενική | ανόητων | ανόητων | ανόητων |
| Αιτιατική | ανόητους | ανόητες | ανόητα |
| Κλητική | ανόητοι | ανόητες | ανόητα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →