έξυπνος
•
- που χαρακτηρίζεται από εξυπνάδα, υψηλή αντίληψη, κατανοεί και έχει επινοητικότητα ανάλογα με τις καταστάσεις που επικρατούν Βικιλεξικό
- Η ανακοίνωση πρόωρων εκλογών ήταν μία έξυπνη τακτική.
- έξυπνο σπίτι, έξυπνο τηλέφωνο (με προηγμένη τεχνολογία)
- παρωχημένοξύπνιος, ξυπνητός, που δεν κοιμάται Βικιλεξικό
Ετυμολογία
έξυπνος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἔξυπνος (ελληνιστική σημασία: που έχει ξυπνήσει) < ἐξ + ὕπνος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | έξυπνος | έξυπνη | έξυπνο |
| Γενική | έξυπνου | έξυπνης | έξυπνου |
| Αιτιατική | έξυπνο | έξυπνη | έξυπνο |
| Κλητική | έξυπνε | έξυπνη | έξυπνο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | έξυπνοι | έξυπνες | έξυπνα |
| Γενική | έξυπνων | έξυπνων | έξυπνων |
| Αιτιατική | έξυπνους | έξυπνες | έξυπνα |
| Κλητική | έξυπνοι | έξυπνες | έξυπνα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →