ανόπτηση
•
- η θέρμανση στερεού μετάλλου ή γυαλιού σε υψηλές θερμοκρασίες και η αργή ψύξη του, έτσι ώστε τα σωματίδια του να διατάσσονται σε ένα καθορισμένο πλέγμα Βικιλεξικό
- Η επαναλαμβανόμενη ψυχρή σφυρηλασία με ενδιάμεσες ανοπτήσεις για ανακρυστάλλωση γύρω στους 500^οC είναι εντούτοις, η συνήθης τεχνική που χρησιμοποιείται για μπρούτζους μέσης και υψηλής περιεκτικότητας σε κασσίτερο (5-15% Sn) διότι στη διάρκεια της σφυρηλασίας ενδοτραχύνονται ισχυρά και χρειάζονται ενδιάμεση ανόπτηση για ανακρυστάλλωση προς αποκατάσταση της αρχικής τους ολκιμότητας. (Γιώργος Παπαδημητρίου, Αρχαιομετρικές μελέτες για την ελληνική προϊστορία και αρχαιότητα, επιμέλεια Γιάννης Βασιλάκος, Γιώργος Φακορέλλης, Ελληνική Αρχαιομετρική Εταιρεία, 2001, σελ. 599-600)
Ετυμολογία
ανόπτηση < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ἀνόπτη(σις) ήδη από το 1847 (< ανοπτώ < γερμανική ausglühen) + -ση (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική annealing ή από τη γαλλική recuit). Μορφολογικά αναλύεται σε αν- στερητικό + αρχαία ελληνική ὄπτη(σις) + -ση < → δείτε ὀπτάω και ὀπτῶ
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ανόπτηση | ανοπτήσεις |
| Γενική | ανόπτησης | ανοπτήσεων |
| Αιτιατική | ανόπτηση | ανοπτήσεις |
| Κλητική | ανόπτηση | ανοπτήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →