ανόρθωση
•
- η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ανορθώνω Βικιλεξικό
- ηλεκτρολογίαη διαδικασία μετατροπής του εναλλασσόμενου ρεύματος σε συνεχές με τη χρήση ενός ανορθωτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανόρθωση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀνόρθω(σις) + -ση < αρχαία ελληνική ἀνορθόω / ἀνορθῶ < ἀνά αν- ὀρθόω / ὀρθῶ < ὀρθός :* για την ηλεκτρολογία > σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική redressement
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ανόρθωση | ανορθώσεις |
| Γενική | ανόρθωσης | ανορθώσεων |
| Αιτιατική | ανόρθωση | ανορθώσεις |
| Κλητική | ανόρθωση | ανορθώσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →