ανορθώνω
•
- σηκώνω κάτι και το τοποθετώ σε όρθια θέση ή στάση Βικιλεξικό
- μεταφορικάφέρνω κάτι σε κατάσταση ευημερίας και ακμής Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανορθώνω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀνορθῶ συνηρημένου τύπου του ἀνορθόω + -ώνω Συγχρονικά αναλύεται σε αν- + ρθώνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ανορθώνω | ανορθώνεις | ανορθώνει | ανορθώνουμε | ανορθώνετε | ανορθώνουν / ανορθώνουνε |
| Παρατατικός | ανόρθωνα | ανόρθωνες | ανόρθωνε | ανορθώναμε | ανορθώνατε | ανορθώναν / ανορθώνανε / ανόρθωναν |
| Αόριστος | ανόρθωσα | ανόρθωσες | ανόρθωσε | ανορθώσαμε | ανορθώσατε | ανορθώσαν / ανορθώσανε / ανόρθωσαν |
| Μέλλοντας | θα ανορθώνω / θα ανορθώσω | θα ανορθώνεις / θα ανορθώσεις | θα ανορθώνει / θα ανορθώσει | θα ανορθώνουμε / θα ανορθώσουμε | θα ανορθώνετε / θα ανορθώσετε | θα ανορθώνουν / θα ανορθώνουνε / θα ανορθώσουν / θα ανορθώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ανορθώσει | έχεις ανορθώσει | έχει ανορθώσει | έχουμε ανορθώσει | έχετε ανορθώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ανορθώσει | είχες ανορθώσει | είχε ανορθώσει | είχαμε ανορθώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ανορθώσει / να ανορθώνω / να ανορθώσω | να έχεις ανορθώσει / να ανορθώνεις / να ανορθώσεις | να έχει ανορθώσει / να ανορθώνει / να ανορθώσει | να έχουμε ανορθώσει / να ανορθώνουμε / να ανορθώσουμε | να έχετε ανορθώσει / να ανορθώνετε / να ανορθώσετε | να ανορθώνουν / να ανορθώνουνε / να ανορθώσουν / να ανορθώσουνε |
| Προστακτική | — | ανόρθωνε / ανόρθωσε | — | — | ανορθώνετε / ανορθώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →