Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανορθώνω

ρήμα
•
  1. σηκώνω κάτι και το τοποθετώ σε όρθια θέση ή στάση Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάφέρνω κάτι σε κατάσταση ευημερίας και ακμής Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ανορθώνω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀνορθῶ συνηρημένου τύπου του ἀνορθόω + -ώνω Συγχρονικά αναλύεται σε αν- + ρθώνω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςανορθώνωανορθώνειςανορθώνειανορθώνουμεανορθώνετεανορθώνουν / ανορθώνουνε
Παρατατικόςανόρθωναανόρθωνεςανόρθωνεανορθώναμεανορθώνατεανορθώναν / ανορθώνανε / ανόρθωναν
Αόριστοςανόρθωσαανόρθωσεςανόρθωσεανορθώσαμεανορθώσατεανορθώσαν / ανορθώσανε / ανόρθωσαν
Μέλλονταςθα ανορθώνω / θα ανορθώσωθα ανορθώνεις / θα ανορθώσειςθα ανορθώνει / θα ανορθώσειθα ανορθώνουμε / θα ανορθώσουμεθα ανορθώνετε / θα ανορθώσετεθα ανορθώνουν / θα ανορθώνουνε / θα ανορθώσουν / θα ανορθώσουνε
Παρακείμενοςέχω ανορθώσειέχεις ανορθώσειέχει ανορθώσειέχουμε ανορθώσειέχετε ανορθώσει—
Υπερσυντέλικοςείχα ανορθώσειείχες ανορθώσειείχε ανορθώσειείχαμε ανορθώσει——
Υποτακτικήνα έχω ανορθώσει / να ανορθώνω / να ανορθώσωνα έχεις ανορθώσει / να ανορθώνεις / να ανορθώσειςνα έχει ανορθώσει / να ανορθώνει / να ανορθώσεινα έχουμε ανορθώσει / να ανορθώνουμε / να ανορθώσουμενα έχετε ανορθώσει / να ανορθώνετε / να ανορθώσετενα ανορθώνουν / να ανορθώνουνε / να ανορθώσουν / να ανορθώσουνε
Προστακτική—ανόρθωνε / ανόρθωσε——ανορθώνετε / ανορθώστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →