Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανώφλι

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. αρχιτεκτονικήοριζόντιο δοκάρι, από ξύλο, πέτρα ή μέταλλο, που αποτελεί το πάνω μέρος ενός ανοίγματος τοίχου και συγκρατεί την τοιχοποιία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ανώφλι < μεσαιωνική ελληνική ανώφλι < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική ἄνω + φλιά

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήανώφλιανώφλια
Γενικήανωφλιούανωφλιών
Αιτιατικήανώφλιανώφλια
Κλητικήανώφλιανώφλια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →