Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κατώφλι

/kaˈto.fli/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. αρχιτεκτονικήξύλινη ή πέτρινη πλάκα που ενώνει, στο κάτω μέρος, τις κατακόρυφες πλευρές της πόρτας Βικιλεξικό
    • Δεν έχω διαβεί ποτέ το κατώφλι του.
  2. κατ’ επέκτασηο γύρω από την είσοδο χώρος Βικιλεξικό
    • 20ός/21ος αιώνας, Νίκος Κούνδουρος, Ονειρεύτηκα πως πέθανα, εκδόσεις: Ίκαρος, Αθήνα 2009, ISBN 9789608399945 @google.gr/books
  3. μεταφορικάτο σημείο που αρχίζει κάτι Βικιλεξικό
    • το κατώφλι του θανάτου
    • το κατώφλι του γήρατος

Ετυμολογία

κατώφλι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κατώφλιν < κατώφλιον < αρχαία ελληνική κάτω, κατώ- + φλι(ά) (παραστάδα πόρτας) + -ον :* για τη μεταφορική σημασία: σημασιολογικό δάνειο από τη γερμανική Schwelle

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκατώφλικατώφλια
Γενικήκατωφλιούκατωφλιών
Αιτιατικήκατώφλικατώφλια
Κλητικήκατώφλικατώφλια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →