κατώφλι
•
- αρχιτεκτονικήξύλινη ή πέτρινη πλάκα που ενώνει, στο κάτω μέρος, τις κατακόρυφες πλευρές της πόρτας Βικιλεξικό
- Δεν έχω διαβεί ποτέ το κατώφλι του.
- κατ’ επέκτασηο γύρω από την είσοδο χώρος Βικιλεξικό
- 20ός/21ος αιώνας, Νίκος Κούνδουρος, Ονειρεύτηκα πως πέθανα, εκδόσεις: Ίκαρος, Αθήνα 2009, ISBN 9789608399945 @google.gr/books
- μεταφορικάτο σημείο που αρχίζει κάτι Βικιλεξικό
- το κατώφλι του θανάτου
- το κατώφλι του γήρατος
Ετυμολογία
κατώφλι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κατώφλιν < κατώφλιον < αρχαία ελληνική κάτω, κατώ- + φλι(ά) (παραστάδα πόρτας) + -ον :* για τη μεταφορική σημασία: σημασιολογικό δάνειο από τη γερμανική Schwelle
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κατώφλι | κατώφλια |
| Γενική | κατωφλιού | κατωφλιών |
| Αιτιατική | κατώφλι | κατώφλια |
| Κλητική | κατώφλι | κατώφλια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →