αξέπλυτος
•
- κυριολεκτικάπου δεν τον έχουν ξεπλύνει Βικιλεξικό
- Άφησες τα πιάτα αξέβγαλτα γεμάτα σαπουνάδες.
Ετυμολογία
αξέπλυτος < α- στερητικό + υποθετικό *ξεπλυτος < ξεπλύ(νω) + -τος < → δείτε και τη λέξη ξεπλένω
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αξέπλυτος | αξέπλυτη | αξέπλυτο |
| Γενική | αξέπλυτου | αξέπλυτης | αξέπλυτου |
| Αιτιατική | αξέπλυτο | αξέπλυτη | αξέπλυτο |
| Κλητική | αξέπλυτε | αξέπλυτη | αξέπλυτο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αξέπλυτοι | αξέπλυτες | αξέπλυτα |
| Γενική | αξέπλυτων | αξέπλυτων | αξέπλυτων |
| Αιτιατική | αξέπλυτους | αξέπλυτες | αξέπλυτα |
| Κλητική | αξέπλυτοι | αξέπλυτες | αξέπλυτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →