Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αξεπάστρευτος

/a.kseˈpa.stɾe.ftos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν έχει ξεπαστρευτεί ή δεν μπορεί να ξεπαστρευτεί Βικιλεξικό
  2. που δεν έχει ξεκαθαριστεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αξεπάστρευτος < α- στερητικό + ξεπαστρεύ(ω) + -τος < μεσαιωνική ελληνική ξεπαστρεύω < παστρεύω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαξεπάστρευτοςαξεπάστρευτηαξεπάστρευτο
Γενικήαξεπάστρευτουαξεπάστρευτηςαξεπάστρευτου
Αιτιατικήαξεπάστρευτοαξεπάστρευτηαξεπάστρευτο
Κλητικήαξεπάστρευτεαξεπάστρευτηαξεπάστρευτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαξεπάστρευτοιαξεπάστρευτεςαξεπάστρευτα
Γενικήαξεπάστρευτωναξεπάστρευτωναξεπάστρευτων
Αιτιατικήαξεπάστρευτουςαξεπάστρευτεςαξεπάστρευτα
Κλητικήαξεπάστρευτοιαξεπάστρευτεςαξεπάστρευτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →