πάστρα
•
- η καθαριότητα Βικιλεξικό
- Ξύπνησα σ' ένα δωμάτιο που έλαμπε από πάστρα και ήλιο. (Αντώνης Σουρούνης (1985) Οι πρώτοι πεθαίνουν τελευταίοι [μυθιστόρημα])
Ετυμολογία
πάστρα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική πάστρα < σπάστρα < σπαστρεύω (αναδρομικός σχηματισμός) < *σπαρτεύω < αρχαία ελληνική σπάρτον
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πάστρα | πάστρες |
| Γενική | πάστρας | — |
| Αιτιατική | πάστρα | πάστρες |
| Κλητική | πάστρα | πάστρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →