αξιοδάκρυτος
•
- λόγιοαξιολύπητος, αξιοθρήνητος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αξιοδάκρυτος < (ελληνιστική κοινή)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αξιοδάκρυτος | αξιοδάκρυτη | αξιοδάκρυτο |
| Γενική | αξιοδάκρυτου | αξιοδάκρυτης | αξιοδάκρυτου |
| Αιτιατική | αξιοδάκρυτο | αξιοδάκρυτη | αξιοδάκρυτο |
| Κλητική | αξιοδάκρυτε | αξιοδάκρυτη | αξιοδάκρυτο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αξιοδάκρυτοι | αξιοδάκρυτες | αξιοδάκρυτα |
| Γενική | αξιοδάκρυτων | αξιοδάκρυτων | αξιοδάκρυτων |
| Αιτιατική | αξιοδάκρυτους | αξιοδάκρυτες | αξιοδάκρυτα |
| Κλητική | αξιοδάκρυτοι | αξιοδάκρυτες | αξιοδάκρυτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →