Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αξιοδάκρυτος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοαξιολύπητος, αξιοθρήνητος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αξιοδάκρυτος < (ελληνιστική κοινή)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαξιοδάκρυτοςαξιοδάκρυτηαξιοδάκρυτο
Γενικήαξιοδάκρυτουαξιοδάκρυτηςαξιοδάκρυτου
Αιτιατικήαξιοδάκρυτοαξιοδάκρυτηαξιοδάκρυτο
Κλητικήαξιοδάκρυτεαξιοδάκρυτηαξιοδάκρυτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαξιοδάκρυτοιαξιοδάκρυτεςαξιοδάκρυτα
Γενικήαξιοδάκρυτωναξιοδάκρυτωναξιοδάκρυτων
Αιτιατικήαξιοδάκρυτουςαξιοδάκρυτεςαξιοδάκρυτα
Κλητικήαξιοδάκρυτοιαξιοδάκρυτεςαξιοδάκρυτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →