δάκρυ
•
- σταγόνα υγρού που κυλάει από τους δακρυϊκούς πόρους του ματιού όταν κάποιος δακρύζει ή κλαίει ή λόγω κάποιου ερεθισμού Βικιλεξικό
- Κι εσφούγγισε το δάκρυ του με την ολόμαυρην άκραν της φουστανέλας του
- κατ’ επέκτασηοτιδήποτε έχει το σχήμα σταγόνας Βικιλεξικό
- Ἐγὼ εἶμαι τἄνθος ποὺ κρυμμένο, τρεμουλιαστό, μὲ δροσοδάκρυα ραντισμένο, καὶ γελαστό
- οι στάλες της ρητίνης διαφόρων δέντρων ή σχίνων Βικιλεξικό
- ιατρικήτεχνητή ουσία αντί δακρύων για να αντιμετωπισθεί η ξηροφθαλμία Βικιλεξικό
- Πρέπει να χρησιμοποιήσετε τεχνητά δάκρυα.
Ετυμολογία
δάκρυ < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική δάκρυ. : οι άλλες πτώσεις από το δάκρυο (καθαρεύουσα δάκρυον) < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική δάκρυο, δάκρυον < αρχαία ελληνική δάκρυον.
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →