Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αξιομελέτητος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που αξίζει να τον μελετήσει κάποιος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αξιομελέτητος < αξιο- + μελετώ + -τος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαξιομελέτητοςαξιομελέτητηαξιομελέτητο
Γενικήαξιομελέτητουαξιομελέτητηςαξιομελέτητου
Αιτιατικήαξιομελέτητοαξιομελέτητηαξιομελέτητο
Κλητικήαξιομελέτητεαξιομελέτητηαξιομελέτητο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαξιομελέτητοιαξιομελέτητεςαξιομελέτητα
Γενικήαξιομελέτητωναξιομελέτητωναξιομελέτητων
Αιτιατικήαξιομελέτητουςαξιομελέτητεςαξιομελέτητα
Κλητικήαξιομελέτητοιαξιομελέτητεςαξιομελέτητα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →