Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αξιοσπούδαστος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που αξίζει να τον σπουδάσει κάποιος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αξιοσπούδαστος < ελληνιστική κοινή ἀξιοσπούδαστος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαξιοσπούδαστοςαξιοσπούδαστηαξιοσπούδαστο
Γενικήαξιοσπούδαστουαξιοσπούδαστηςαξιοσπούδαστου
Αιτιατικήαξιοσπούδαστοαξιοσπούδαστηαξιοσπούδαστο
Κλητικήαξιοσπούδαστεαξιοσπούδαστηαξιοσπούδαστο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαξιοσπούδαστοιαξιοσπούδαστεςαξιοσπούδαστα
Γενικήαξιοσπούδαστωναξιοσπούδαστωναξιοσπούδαστων
Αιτιατικήαξιοσπούδαστουςαξιοσπούδαστεςαξιοσπούδαστα
Κλητικήαξιοσπούδαστοιαξιοσπούδαστεςαξιοσπούδαστα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →