αξιόποινος
•
- που αξίζει και πρέπει να τιμωρηθεί με ποινή (συνήθως για παραβίαση ποινικού νόμου) Βικιλεξικό
- αξιόποινη πράξη
Ετυμολογία
αξιόποινος < αξιό- + ποιν(ή) + -ος, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική digne de punition. Διαφορετική η ελληνιστική λέξη ἀξιόποινος (που τιμωρεί δίκαια)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αξιόποινος | αξιόποινη | αξιόποινο |
| Γενική | αξιόποινου | αξιόποινης | αξιόποινου |
| Αιτιατική | αξιόποινο | αξιόποινη | αξιόποινο |
| Κλητική | αξιόποινε | αξιόποινη | αξιόποινο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αξιόποινοι | αξιόποινες | αξιόποινα |
| Γενική | αξιόποινων | αξιόποινων | αξιόποινων |
| Αιτιατική | αξιόποινους | αξιόποινες | αξιόποινα |
| Κλητική | αξιόποινοι | αξιόποινες | αξιόποινα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →