Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αξιότιμος

/a.ksiˈo.ti.mos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που αξίζει να τον τιμούν Βικιλεξικό
  2. προσφώνησητυπικός χαρακτηρισμός ή προσφώνηση πριν από το όνομα ή τον τίτλο κάποιου Βικιλεξικό
    • ο αξιότιμος κύριος Χ

Ετυμολογία

αξιότιμος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀξιότιμος (υψηλής αξίας), σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική honorable Συγχρονικά αναλύεται σε αξιό- + τιμ(ή) + -ος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαξιότιμοςαξιότιμηαξιότιμο
Γενικήαξιότιμουαξιότιμηςαξιότιμου
Αιτιατικήαξιότιμοαξιότιμηαξιότιμο
Κλητικήαξιότιμεαξιότιμηαξιότιμο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαξιότιμοιαξιότιμεςαξιότιμα
Γενικήαξιότιμωναξιότιμωναξιότιμων
Αιτιατικήαξιότιμουςαξιότιμεςαξιότιμα
Κλητικήαξιότιμοιαξιότιμεςαξιότιμα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →