αξιότιμος
•
- που αξίζει να τον τιμούν Βικιλεξικό
- προσφώνησητυπικός χαρακτηρισμός ή προσφώνηση πριν από το όνομα ή τον τίτλο κάποιου Βικιλεξικό
- ο αξιότιμος κύριος Χ
Ετυμολογία
αξιότιμος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀξιότιμος (υψηλής αξίας), σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική honorable Συγχρονικά αναλύεται σε αξιό- + τιμ(ή) + -ος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αξιότιμος | αξιότιμη | αξιότιμο |
| Γενική | αξιότιμου | αξιότιμης | αξιότιμου |
| Αιτιατική | αξιότιμο | αξιότιμη | αξιότιμο |
| Κλητική | αξιότιμε | αξιότιμη | αξιότιμο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αξιότιμοι | αξιότιμες | αξιότιμα |
| Γενική | αξιότιμων | αξιότιμων | αξιότιμων |
| Αιτιατική | αξιότιμους | αξιότιμες | αξιότιμα |
| Κλητική | αξιότιμοι | αξιότιμες | αξιότιμα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →