αξυρισιά
•
- η κατάσταση του αξύριστου Βικιλεξικό
- Ο πατέρας του έδινε έμφαση στην αξυρισιά, θεωρώντας τη συνώνυμο ανδρείας και ρομαντικής βαρβαρότητας. (Γιάννης Ξανθούλης (2012), Ο γιος του δάσκαλου [μυθιστόρημα])
Ετυμολογία
αξυρισιά < α- στερητικό + (ξυρίζω) ξυρισ- + -ιά
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αξυρισιά | αξυρισιές |
| Γενική | αξυρισιάς | αξυρισιών |
| Αιτιατική | αξυρισιά | αξυρισιές |
| Κλητική | αξυρισιά | αξυρισιές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →