αξύριστος
•
- που δεν έχει ξυριστεί, που έχει τρίχες και δεν τις έχει κόψει μέχρι τη ρίζα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αξύριστος < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αξύριστος | αξύριστη | αξύριστο |
| Γενική | αξύριστου | αξύριστης | αξύριστου |
| Αιτιατική | αξύριστο | αξύριστη | αξύριστο |
| Κλητική | αξύριστε | αξύριστη | αξύριστο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αξύριστοι | αξύριστες | αξύριστα |
| Γενική | αξύριστων | αξύριστων | αξύριστων |
| Αιτιατική | αξύριστους | αξύριστες | αξύριστα |
| Κλητική | αξύριστοι | αξύριστες | αξύριστα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →