Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αξύριστος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν έχει ξυριστεί, που έχει τρίχες και δεν τις έχει κόψει μέχρι τη ρίζα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αξύριστος < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαξύριστοςαξύριστηαξύριστο
Γενικήαξύριστουαξύριστηςαξύριστου
Αιτιατικήαξύριστοαξύριστηαξύριστο
Κλητικήαξύριστεαξύριστηαξύριστο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαξύριστοιαξύριστεςαξύριστα
Γενικήαξύριστωναξύριστωναξύριστων
Αιτιατικήαξύριστουςαξύριστεςαξύριστα
Κλητικήαξύριστοιαξύριστεςαξύριστα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →