αορτή
•
- ανατομίαμεγάλη αρτηρία του κυκλοφορικού συστήματος των θηλαστικών που ξεκινά από την καρδιά και στέλνει οξυγονωμένο αίμα προς τα κύρια μέρη του σώματος αλλά και την ίδια την καρδιά με τις στεφανιαίες αρτηρίες που εκφύονται από αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αορτή < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀορτή < ἀείρω < πρωτοελληνική *aweřřō < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *h₂wer- + *-yéti
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αορτή | αορτές |
| Γενική | αορτής | αορτών |
| Αιτιατική | αορτή | αορτές |
| Κλητική | αορτή | αορτές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →