απάγκιο
•
- τόπος προφυλαγμένος από ανέμους, απάνεμος Βικιλεξικό
- μεταφορικάκαταφύγιο, προστασία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απάγκιο < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου απάγκιος < αρχαία ελληνική ἄγκ(ος) + -ιος : Για ετυμολογικές γραφές → δείτε τη λέξη απάγκειο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | απάγκιο | απάγκια |
| Γενική | απάγκιου | απάγκιων |
| Αιτιατική | απάγκιο | απάγκια |
| Κλητική | απάγκιο | απάγκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →