Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απάνεμος

/aˈpa.ne.mos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν τον χτυπάει ο άνεμος, που προσφέρει προστασία από τις κακές καιρικές συνθήκες Βικιλεξικό

Ετυμολογία

απάνεμος < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή ἀπήνεμος < αρχαία ελληνική ὑπήνεμος με παρετυμολογία ὑπό > ἀπό

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπάνεμοςαπάνεμηαπάνεμο
Γενικήαπάνεμουαπάνεμηςαπάνεμου
Αιτιατικήαπάνεμοαπάνεμηαπάνεμο
Κλητικήαπάνεμεαπάνεμηαπάνεμο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπάνεμοιαπάνεμεςαπάνεμα
Γενικήαπάνεμωναπάνεμωναπάνεμων
Αιτιατικήαπάνεμουςαπάνεμεςαπάνεμα
Κλητικήαπάνεμοιαπάνεμεςαπάνεμα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →