απάνεμος
•
- που δεν τον χτυπάει ο άνεμος, που προσφέρει προστασία από τις κακές καιρικές συνθήκες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απάνεμος < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή ἀπήνεμος < αρχαία ελληνική ὑπήνεμος με παρετυμολογία ὑπό > ἀπό
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | απάνεμος | απάνεμη | απάνεμο |
| Γενική | απάνεμου | απάνεμης | απάνεμου |
| Αιτιατική | απάνεμο | απάνεμη | απάνεμο |
| Κλητική | απάνεμε | απάνεμη | απάνεμο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | απάνεμοι | απάνεμες | απάνεμα |
| Γενική | απάνεμων | απάνεμων | απάνεμων |
| Αιτιατική | απάνεμους | απάνεμες | απάνεμα |
| Κλητική | απάνεμοι | απάνεμες | απάνεμα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →