απάντηση
•
- προφορική ή γραπτή απόκριση σε ερώτηση, αίτηση, κατηγορία ή ανακοίνωση Βικιλεξικό
- Άμεση ήταν η απάντηση του πρωθυπουργού.
- μαθηματικάη λύση προβλήματος Βικιλεξικό
- Οι απαντήσεις των θεμάτων που δόθηκαν στις εξετάσεις υπάρχουν στο σχολικό βιβλίο.
- η σωστή παράθεση των στοιχείων που ζητούνται με ερώτηση κατά την εξέταση κάποιου σ' έναν τομέα γνώσης ή επιστήμης Βικιλεξικό
- Οι σωστές απαντήσεις στα θέματα της Ιστορίας απαιτούσαν κριτικές ικανότητες αλλά και γνώσεις.
- αντίδραση κάποιου σε κλήση Βικιλεξικό
- Χτύπησα την πόρτα επανειλημμένως αλλά απάντηση δεν πήρα.
- αντίδραση σε κάποιον ή κάτι Βικιλεξικό
- Θα υπάρξει δυναμική απάντηση στις προκλήσεις.
- σπάνιοτο να απαντάται κάτι, συνάντηση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απάντηση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀπάντη(σις) + -ση < ἀπαντάω < ἀπό + ἀντάω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | απάντηση | απαντήσεις |
| Γενική | απάντησης | απαντήσεων |
| Αιτιατική | απάντηση | απαντήσεις |
| Κλητική | απάντηση | απαντήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →