απέχω
•
- βρίσκομαι σε συγκεκριμένη απόσταση από κάπου Βικιλεξικό
- πόσο απέχει από εδώ η Αθήνα;
- μεταφορικάδιαφέρω από κάτι Βικιλεξικό
- η συμπεριφορά του απέχει πολύ από το να χαρακτηριστεί εποικοδομητική
- η κατάσταση απέχει παρασάγγας από το να χαρακτηριστεί ομαλή
- δε συμμετέχω σε μια δραστηριότητα Βικιλεξικό
- οι μαθητές απέχουν από τα μαθήματά τους
- ο Χ τα τελευταία χρόνια απέχει από κάθε συγγραφική δραστηριότητα
- παρόλο που οι αποφάσεις του Συμβουλίου για την ΚΕΠΠΑ λαμβάνονται ομοφώνως, επιτρέπεται σε ένα μέλος να απόσχει και να μη συμμετέχει, εξασφαλίζοντας έτσι ότι η συμφωνία λαμβάνει σάρκα και οστά
Ετυμολογία
απέχω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀπέχω < ἀπό (ἀπ-) + ἔχω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | απέχω | απέχεις | απέχει | απέχουμε | απέχετε | απέχουν / απέχουνε |
| Παρατατικός | απείχα | απείχες | απείχε | απείχαμε | απείχατε | απείχαν / απείχανε |
| Μέλλοντας | θα απέχω | θα απέχεις | θα απέχει | θα απέχουμε | θα απέχετε | θα απέχουν / θα απέχουνε |
| Υποτακτική | να απέχω | να απέχεις | να απέχει | να απέχουμε | να απέχετε | να απέχουν / να απέχουνε |
| Προστακτική | — | άπεχε | — | — | απέχετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →