Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απέχω

/aˈpe.xo/ρήμα
•
  1. βρίσκομαι σε συγκεκριμένη απόσταση από κάπου Βικιλεξικό
    • πόσο απέχει από εδώ η Αθήνα;
  2. μεταφορικάδιαφέρω από κάτι Βικιλεξικό
    • η συμπεριφορά του απέχει πολύ από το να χαρακτηριστεί εποικοδομητική
    • η κατάσταση απέχει παρασάγγας από το να χαρακτηριστεί ομαλή
  3. δε συμμετέχω σε μια δραστηριότητα Βικιλεξικό
    • οι μαθητές απέχουν από τα μαθήματά τους
    • ο Χ τα τελευταία χρόνια απέχει από κάθε συγγραφική δραστηριότητα
    • παρόλο που οι αποφάσεις του Συμβουλίου για την ΚΕΠΠΑ λαμβάνονται ομοφώνως, επιτρέπεται σε ένα μέλος να απόσχει και να μη συμμετέχει, εξασφαλίζοντας έτσι ότι η συμφωνία λαμβάνει σάρκα και οστά

Ετυμολογία

απέχω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀπέχω < ἀπό (ἀπ-) + ἔχω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαπέχωαπέχειςαπέχειαπέχουμεαπέχετεαπέχουν / απέχουνε
Παρατατικόςαπείχααπείχεςαπείχεαπείχαμεαπείχατεαπείχαν / απείχανε
Μέλλονταςθα απέχωθα απέχειςθα απέχειθα απέχουμεθα απέχετεθα απέχουν / θα απέχουνε
Υποτακτικήνα απέχωνα απέχειςνα απέχεινα απέχουμενα απέχετενα απέχουν / να απέχουνε
Προστακτική—άπεχε——απέχετε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →