απέχων
•
- λόγιοπου απέχει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απέχων < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀπέχων, μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ἀπέχω < ἀπό + ἔχω
Άλλοι τύποι
απέχοναπέχοντααπέχοντεςαπέχοντοςαπέχουσααπέχουσαςαπέχουσεςαπέχωναπεχουσώναπεχούσηςαπεχόντων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →