απαίτηση
•
- αυτό που απαιτώ, που ζητώ οπωσδήποτε, επίμονα Βικιλεξικό
- Έχω την απαίτηση να είστε συνεπείς στις υποχρεώσεις σας.
- > υπερώνυμα: αίτημα
- νομικός όροςτο δικαίωμα για διεκδίκηση ή για εκπλήρωση παροχής Βικιλεξικό
- στον πληθυντικό«οι απαιτήσεις» αυτό που απαιτείται, είναι απαραίτητη προϋπόθεση προκειμένου να εκτελεστεί σωστά μια εργασία Βικιλεξικό
- Οι απαιτήσεις των καινούριων λειτουργικών συστημάτων σε τεχνολογικό υλικό είναι πολύ αυξημένες.
- λογιστικήπεριουσιακό στοιχείο που ανήκει στο κυκλοφορούν ενεργητικό και εκφράζει πληρωμές σε μετρητά που αναμένει μια οικονομική μονάδα από άλλη οικονομική μονάδα Βικιλεξικό
- < υπώνυμα: πελάτες (εμπορική απαίτηση)
Ετυμολογία
απαίτηση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀπαίτη(σις) + -ση. Σημασία 1 < αρχαία ελληνική ἀπαίτησις και σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική exigence. Σημασία 2 < σημασιολογικό δάνειο από τη γερμανική (An)forderung. Σημασία 3 «οι απαιτήσεις» < σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική requirements.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | απαίτηση | απαιτήσεις |
| Γενική | απαίτησης | απαιτήσεων |
| Αιτιατική | απαίτηση | απαιτήσεις |
| Κλητική | απαίτηση | απαιτήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →