Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απαίτηση

/aˈpe.ti.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. αυτό που απαιτώ, που ζητώ οπωσδήποτε, επίμονα Βικιλεξικό
    • Έχω την απαίτηση να είστε συνεπείς στις υποχρεώσεις σας.
    • > υπερώνυμα: αίτημα
  2. νομικός όροςτο δικαίωμα για διεκδίκηση ή για εκπλήρωση παροχής Βικιλεξικό
  3. στον πληθυντικό«οι απαιτήσεις» αυτό που απαιτείται, είναι απαραίτητη προϋπόθεση προκειμένου να εκτελεστεί σωστά μια εργασία Βικιλεξικό
    • Οι απαιτήσεις των καινούριων λειτουργικών συστημάτων σε τεχνολογικό υλικό είναι πολύ αυξημένες.
  4. λογιστικήπεριουσιακό στοιχείο που ανήκει στο κυκλοφορούν ενεργητικό και εκφράζει πληρωμές σε μετρητά που αναμένει μια οικονομική μονάδα από άλλη οικονομική μονάδα Βικιλεξικό
    • < υπώνυμα: πελάτες (εμπορική απαίτηση)

Ετυμολογία

απαίτηση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀπαίτη(σις) + -ση. Σημασία 1 < αρχαία ελληνική ἀπαίτησις και σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική exigence. Σημασία 2 < σημασιολογικό δάνειο από τη γερμανική (An)forderung. Σημασία 3 «οι απαιτήσεις» < σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική requirements.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαπαίτησηαπαιτήσεις
Γενικήαπαίτησηςαπαιτήσεων
Αιτιατικήαπαίτησηαπαιτήσεις
Κλητικήαπαίτησηαπαιτήσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →