Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απαιτώ

ρήμα
•
  1. ζητώ κάτι επιτακτικά, επειδή έχω την εξουσία προς τούτο ή επειδή το θεωρώ αναφαίρετο δικαίωμά μου Βικιλεξικό
    • οι γονείς συχνά απαιτούν υπερβολικά πολλά από τα παιδιά τους
    • δεν επαιτούμε αυξήσεις, απαιτούμε
  2. χρειάζομαι οπωσδήποτε κάτι για να λειτουργήσω καλά Βικιλεξικό
    • τα καινούρια προγράμματα απαιτούν τις περισσότερες φορές ταχύτερους υπολογιστές
    • δεν είμαι φτιαγμένος για νταβατζής. Το νταβατζιλίκι απαιτεί μια σκληρότητα, κι είμαι σκληρός, αλλά απαιτεί και έλλειψη ευαισθησίας, κι είμαι ευαίσθητος. (Βασίλης Βασιλικός, Εσύ κι εγώ ερωτικοί διάλογοι, εκδ. Νέα Σύνορα, 2000, σελ. 73)

Ετυμολογία

απαιτώ < αρχαία ελληνική ἀπαιτῶ

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαπαιτώαπαιτείςαπαιτείαπαιτούμεαπαιτείτεαπαιτούν / απαιτούνε
Παρατατικόςαπαιτούσααπαιτούσεςαπαιτούσεαπαιτούσαμεαπαιτούσατεαπαιτούσαν / απαιτούσανε
Αόριστοςαπαίτησααπαίτησεςαπαίτησεαπαιτήσαμεαπαιτήσατεαπαίτησαν / απαιτήσαν / απαιτήσανε
Μέλλονταςθα απαιτήσω / θα απαιτώθα απαιτήσεις / θα απαιτείςθα απαιτήσει / θα απαιτείθα απαιτήσουμε / θα απαιτούμεθα απαιτήσετε / θα απαιτείτεθα απαιτήσουν / θα απαιτήσουνε / θα απαιτούν / θα απαιτούνε
Παρακείμενοςέχω απαιτήσειέχεις απαιτήσειέχει απαιτήσειέχουμε απαιτήσειέχετε απαιτήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα απαιτήσειείχες απαιτήσειείχε απαιτήσειείχαμε απαιτήσει——
Υποτακτικήνα έχω απαιτήσει / να απαιτήσω / να απαιτώνα έχεις απαιτήσει / να απαιτήσεις / να απαιτείςνα έχει απαιτήσει / να απαιτήσει / να απαιτείνα έχουμε απαιτήσει / να απαιτήσουμε / να απαιτούμενα έχετε απαιτήσει / να απαιτήσετε / να απαιτείτενα απαιτήσουν / να απαιτήσουνε / να απαιτούν / να απαιτούνε
Προστακτική—απαίτει / απαίτησε——απαιτήστε / απαιτείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →