απαγγέλλω
•
- διαβάζω, ή εκφέρω από μνήμης, ένα ποίημα χρωματίζοντας και τονίζοντας τη φωνή μου με εκφραστικό τρόπο Βικιλεξικό
- νομικός όροςαπαγγέλλω κατηγορία ή κατηγορητήριο: εκδίδω ή αναγγέλλω επίσημα την κατηγορία εναντίον κατηγορούμενου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απαγγέλλω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀπαγγέλλω (αρχαία σημασία: αναφέρω από μνήμης). Συγχρονικά αναλύεται σε απ- + αγγέλλω
Άλλοι τύποι
απήγγειλααπήγγελλααπαγγέλθηκααπαγγέλλομαιαπαγγελμένος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →