αγγέλλω
•
- λόγιοφέρνω μία είδηση, αναγγέλλω, ανακοινώνω Βικιλεξικό
- Ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου και ο Ευαγγελισμός του Γένους. Ο πρώτος αγγέλλει την υπαρξιακή ελευθερία του ανθρώπου, μεταϊστορική και εσωτερική, που δεν ετεροκαθορίζεται.
Ετυμολογία
αγγέλλω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀγγέλλω < *αγγελ-jω < ἄγγελος (αρχαία σημασία: αγγλελιοφόρος)
Άλλοι τύποι
ήγγειλαήγγελλααγγέλθηκααγγέλλομαιαγγελμένος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →