απαερίζω
•
- τεχνολογίαεκλύω απαέρια ή επιτρέπω στα απαέρια να απομακρυνθούν Βικιλεξικό
- Πριν εισέλθει στον αποστακτήρα η πρώτη ύλη προθερμαίνεται και απαερίζεται (Διπλωμ. Εργασία, ΕΚΠΑ, Σχολή Επιστημών Υγείας, Οκτ. 2024, σελ. 45)
Ετυμολογία
απαερίζω < απαέρια + -ίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | απαερίζω | απαερίζεις | απαερίζει | απαερίζουμε | απαερίζετε | απαερίζουν / απαερίζουνε |
| Παρατατικός | απαέριζα | απαέριζες | απαέριζε | απαερίζαμε | απαερίζατε | απαέριζαν / απαερίζαν / απαερίζανε |
| Αόριστος | απαέρισα | απαέρισες | απαέρισε | απαερίσαμε | απαερίσατε | απαέρισαν / απαερίσαν / απαερίσανε |
| Μέλλοντας | θα απαερίζω / θα απαερίσω | θα απαερίζεις / θα απαερίσεις | θα απαερίζει / θα απαερίσει | θα απαερίζουμε / θα απαερίσουμε | θα απαερίζετε / θα απαερίσετε | θα απαερίζουν / θα απαερίζουνε / θα απαερίσουν / θα απαερίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω απαερίσει | έχεις απαερίσει | έχει απαερίσει | έχουμε απαερίσει | έχετε απαερίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα απαερίσει | είχες απαερίσει | είχε απαερίσει | είχαμε απαερίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω απαερίσει / να απαερίζω / να απαερίσω | να έχεις απαερίσει / να απαερίζεις / να απαερίσεις | να έχει απαερίσει / να απαερίζει / να απαερίσει | να έχουμε απαερίσει / να απαερίζουμε / να απαερίσουμε | να έχετε απαερίσει / να απαερίζετε / να απαερίσετε | να απαερίζουν / να απαερίζουνε / να απαερίσουν / να απαερίσουνε |
| Προστακτική | — | απαέριζε / απαέρισε | — | — | απαερίζετε / απαερίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →