απαλυντικός
•
- που έχει σχέση με την απάλυνση, αναφέρεται σ’ αυτή ή συμβάλλει σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απαλυντικός < απαλύνω + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | απαλυντικός | απαλυντική | απαλυντικό |
| Γενική | απαλυντικού | απαλυντικής | απαλυντικού |
| Αιτιατική | απαλυντικό | απαλυντική | απαλυντικό |
| Κλητική | απαλυντικέ | απαλυντική | απαλυντικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | απαλυντικοί | απαλυντικές | απαλυντικά |
| Γενική | απαλυντικών | απαλυντικών | απαλυντικών |
| Αιτιατική | απαλυντικούς | απαλυντικές | απαλυντικά |
| Κλητική | απαλυντικοί | απαλυντικές | απαλυντικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →