Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απαλύνω

ρήμα
•
  1. κάνω κάτι (πιο) απαλό Βικιλεξικό
  2. μειώνω την οξύτητα ή την ένταση περιορίζοντας έτσι τις αρνητικές συνέπειες από κάτι Βικιλεξικό
    • Ποτίζει με ως στ’ ακρόνυχα η ουρανική γαλήνη, σάρκα νηπίου τον πόθο μου σα να ’θελε απαλύνει. Και κάποιο φύσημα λεπτό κι ανάριο στο κορμί μου, σαν του δαφνόλαδου η πνοή, ξυπνάει τη δύναμή μου!
    • Πιστά πλάσματα τετράποδα, απαλύνουν τις πικρές στιγμές μας, μεγεθύνουν τις μικρές ψυχές μας. Γέρνουν απάνω σου με εμπιστοσύνη επιστρέφοντάς σου μόνο ευγνωμοσύνη. Γεμίζουν το σπίτι μας με εντάσεις και σιωπές, ανταρσίες και υποταγές, καβγαδάκια κι αγκαλίτσες, γρατζουνιές και ζουζουνιές, ναζάκια και μαλαγανιές, αγριάδες κι ημερέματα νανουρίσματα και κανακέματα. («Οι Φαροφύλακες», «Φάρος του κόσμου», ανακτήθηκε στις 21/5/2026 https://farostoukosmou.com/el/%CE%BF%CE%B9-%CF%86%CE%B1%CF%81%CE%BF%CF%86%CF%8D%CE%BB%CE%B1%CE%BA%CE%B5%CF%82/)
  3. εξομαλύνω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

απαλύνω < αρχαία ελληνική ἁπαλύνω < ἁπαλός

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαπαλύνωαπαλύνειςαπαλύνειαπαλύνουμεαπαλύνετεαπαλύνουν / απαλύνουνε
Παρατατικόςαπάλυνααπάλυνεςαπάλυνεαπαλύναμεαπαλύνατεαπάλυναν / απαλύναν / απαλύνανε
Αόριστοςαπάλυνααπάλυνεςαπάλυνεαπαλύναμεαπαλύνατεαπάλυναν / απαλύναν / απαλύνανε
Μέλλονταςθα απαλύνωθα απαλύνειςθα απαλύνειθα απαλύνουμεθα απαλύνετεθα απαλύνουν / θα απαλύνουνε
Παρακείμενοςέχω απαλύνειέχεις απαλύνειέχει απαλύνειέχουμε απαλύνειέχετε απαλύνειέχουν απαλύνει
Υπερσυντέλικοςείχα απαλύνειείχες απαλύνειείχε απαλύνειείχαμε απαλύνειείχατε απαλύνειείχαν απαλύνει
Υποτακτικήνα έχω απαλύνει / να απαλύνωνα έχεις απαλύνει / να απαλύνειςνα έχει απαλύνει / να απαλύνεινα έχουμε απαλύνει / να απαλύνουμενα έχετε απαλύνει / να απαλύνετενα έχουν απαλύνει / να απαλύνουν / να απαλύνουνε
Προστακτική—απάλυνε——απαλύνετε / απαλύντε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →