απαντέχω
•
- ιδιωματικόπεριμένω, προσδοκώ, ελπίζω Βικιλεξικό
- - Έχω άντρα στην ξενιτιά, κι είμαι βαλαντωμένη. Δωδέκα χρόνους καρτερώ, και δυο τον απαντέχω, κι απέ πηγαίνω στο χαμό, τι άλλο δεν αντέχω.
Ετυμολογία
απαντέχω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀπαντέχω < αρχαία ελληνική ὑπαντέχω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →