Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απαντέχω

/a.panˈde.xo/ρήμα
•
  1. ιδιωματικόπεριμένω, προσδοκώ, ελπίζω Βικιλεξικό
    • - Έχω άντρα στην ξενιτιά, κι είμαι βαλαντωμένη. Δωδέκα χρόνους καρτερώ, και δυο τον απαντέχω, κι απέ πηγαίνω στο χαμό, τι άλλο δεν αντέχω.

Ετυμολογία

απαντέχω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀπαντέχω < αρχαία ελληνική ὑπαντέχω

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →