απαντοχή
•
- λογοτεχνικόπροσμονή για λύτρωση ή σωτηρία, αναμονή, λαχτάρα, προσδοκία Βικιλεξικό
- καιτο στήριγμα σε μια δύσκολη κατάσταση, η ελπίδα Βικιλεξικό
- Είσαι η μοναδική μου απαντοχή.
- η Παναγία, η απαντοχή της κάθε μάνας
Ετυμολογία
απαντοχή < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀπαντοχή < ἀπαντέχω (απαντέχω: περιμένω, προσμένω)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | απαντοχή | απαντοχές |
| Γενική | απαντοχής | απαντοχών |
| Αιτιατική | απαντοχή | απαντοχές |
| Κλητική | απαντοχή | απαντοχές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →