γλυκαπαντοχή
•
- γλυκιά προσμονή (όπως αγαπημένου προσώπου) Βικιλεξικό
- Άντρας μου δικός μου Θεέ μου γλυκαπαντοχή, η καρδιά του κόσμου στη καρδούλα μου αντηχεί.
Ετυμολογία
γλυκαπαντοχή < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική γλυκοαπαντοχή. Μορφολογικά αναλύεται σε γλυκ- αντί γλυκο- για αποφυγή της χασμωδίας + ἀπαντοχή > απαντοχή
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γλυκαπαντοχή | γλυκαπαντοχές |
| Γενική | γλυκαπαντοχής | γλυκαπαντοχών |
| Αιτιατική | γλυκαπαντοχή | γλυκαπαντοχές |
| Κλητική | γλυκαπαντοχή | γλυκαπαντοχές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →