Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απαξίωση

/ap.akˈsi.o.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. για απώλεια ή μείωση της αξίαςτης τιμής ενός αγαθού Βικιλεξικό
  2. για απώλεια ή μείωση της αξίαςτου σεβασμού των άλλων ανθρώπων Βικιλεξικό

Ετυμολογία

απαξίωση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀπαξίωσις

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαπαξίωσηαπαξιώσεις
Γενικήαπαξίωσηςαπαξιώσεων
Αιτιατικήαπαξίωσηαπαξιώσεις
Κλητικήαπαξίωσηαπαξιώσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →