απαξίωση
•
- για απώλεια ή μείωση της αξίαςτης τιμής ενός αγαθού Βικιλεξικό
- για απώλεια ή μείωση της αξίαςτου σεβασμού των άλλων ανθρώπων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απαξίωση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀπαξίωσις
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | απαξίωση | απαξιώσεις |
| Γενική | απαξίωσης | απαξιώσεων |
| Αιτιατική | απαξίωση | απαξιώσεις |
| Κλητική | απαξίωση | απαξιώσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →