απαξιώνω
•
- μειώνω την αξία κάποιου πράγματος, το κρίνω ή το καθιστώ ανάξιο, το θεωρώ ανάρμοστο Βικιλεξικό
- ο πόλεμος απαξιώνει την ανθρώπινη ζωή
- αντιμετωπίζω κάποιον υποτιμητικά, με περιφρόνηση· δεν καταδέχομαι να κάνω κάποια πράξη ή ενέργεια Βικιλεξικό
- απαξίωσε να της τηλεφωνήσει και να την ειδοποιήσει για την αναβολή της συνεδρίασης
- άλλες μορφές: απαξιώ (λόγιο)
Ετυμολογία
απαξιώνω < αρχαία ελληνική ἀπαξι(ῶ), συνηρμένος τύπος του ἀπαξιόω < (ἀπό + ἀξιῶ) + κατάληξη -ώνω της δημοτικής
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | απαξιώνω | απαξιώνεις | απαξιώνει | απαξιώνουμε | απαξιώνετε | απαξιώνουν / απαξιώνουνε |
| Παρατατικός | απαξίωνα | απαξίωνες | απαξίωνε | απαξιώναμε | απαξιώνατε | απαξίωναν / απαξιώναν / απαξιώνανε |
| Αόριστος | απαξίωσα | απαξίωσες | απαξίωσε | απαξιώσαμε | απαξιώσατε | απαξίωσαν / απαξιώσαν / απαξιώσανε |
| Μέλλοντας | θα απαξιώνω / θα απαξιώσω | θα απαξιώνεις / θα απαξιώσεις | θα απαξιώνει / θα απαξιώσει | θα απαξιώνουμε / θα απαξιώσουμε | θα απαξιώνετε / θα απαξιώσετε | θα απαξιώνουν / θα απαξιώνουνε / θα απαξιώσουν / θα απαξιώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω απαξιώσει | έχεις απαξιώσει | έχει απαξιώσει | έχουμε απαξιώσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα απαξιώσει | είχες απαξιώσει | είχε απαξιώσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω απαξιώσει / να απαξιώνω / να απαξιώσω | να έχεις απαξιώσει / να απαξιώνεις / να απαξιώσεις | να έχει απαξιώσει / να απαξιώνει / να απαξιώσει | να έχουμε απαξιώσει / να απαξιώνουμε / να απαξιώσουμε | να απαξιώνετε / να απαξιώσετε | να απαξιώνουν / να απαξιώνουνε / να απαξιώσουν / να απαξιώσουνε |
| Προστακτική | — | απαξίωνε / απαξίωσε | — | — | απαξιώνετε / απαξιώστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
απαξιώθηκααπαξιώνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →