απαξιώ
•
- λόγιοαπαξιώνω στη σημασία: δεν καταδέχομαι (να) Βικιλεξικό
- απαξιώ να σου απαντήσω
- Αν και πέρασαν δύο 24ωρα, εσείς απαξιούτε να σχολιάσετε τις δηλώσεις του βουλευτή σας.
Ετυμολογία
απαξιώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀπαξιῶ, συνηρημένος τύπος του ἀπαξιόω. Συγχρονικά αναλύεται σε απ- + αξιώ
Άλλοι τύποι
απαξίωσααπαξιώνω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →