απαριθμώ
•
- μετράω αναλυτικά τα επιμέρους ενός συνόλου και (κατ’ επέκταση) τα εκθέτω, τα αναφέρω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απαριθμώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀπαριθμῶ, συνηρημένος τύπος του ἀπαριθμέω < ἀπ- + ἀριθμέω / ἀριθμῶ
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | απαριθμώ | απαριθμείς | απαριθμεί | απαριθμούμε | απαριθμείτε | απαριθμούν / απαριθμούνε |
| Παρατατικός | απαριθμούσα | απαριθμούσες | απαριθμούσε | απαριθμούσαμε | απαριθμούσατε | απαριθμούσαν / απαριθμούσανε |
| Αόριστος | απαρίθμησα | απαρίθμησες | απαρίθμησε | απαριθμήσαμε | απαριθμήσατε | απαρίθμησαν / απαριθμήσαν / απαριθμήσανε |
| Μέλλοντας | θα απαριθμήσω / θα απαριθμώ | θα απαριθμήσεις / θα απαριθμείς | θα απαριθμήσει / θα απαριθμεί | θα απαριθμήσουμε / θα απαριθμούμε | θα απαριθμήσετε / θα απαριθμείτε | θα απαριθμήσουν / θα απαριθμήσουνε / θα απαριθμούν / θα απαριθμούνε |
| Παρακείμενος | έχω απαριθμήσει | έχεις απαριθμήσει | έχει απαριθμήσει | έχουμε απαριθμήσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα απαριθμήσει | είχες απαριθμήσει | είχε απαριθμήσει | είχαμε απαριθμήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω απαριθμήσει / να απαριθμήσω / να απαριθμώ | να έχεις απαριθμήσει / να απαριθμήσεις / να απαριθμείς | να έχει απαριθμήσει / να απαριθμήσει / να απαριθμεί | να έχουμε απαριθμήσει / να απαριθμήσουμε / να απαριθμούμε | να απαριθμήσετε / να απαριθμείτε | να απαριθμήσουν / να απαριθμήσουνε / να απαριθμούν / να απαριθμούνε |
| Προστακτική | — | απαρίθμησε | — | — | απαριθμήστε / απαριθμείτε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
απαριθμήθηκααπαριθμούμαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →