Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απαριθμώ

ρήμα
•
  1. μετράω αναλυτικά τα επιμέρους ενός συνόλου και (κατ’ επέκταση) τα εκθέτω, τα αναφέρω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

απαριθμώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀπαριθμῶ, συνηρημένος τύπος του ἀπαριθμέω < ἀπ- + ἀριθμέω / ἀριθμῶ

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαπαριθμώαπαριθμείςαπαριθμείαπαριθμούμεαπαριθμείτεαπαριθμούν / απαριθμούνε
Παρατατικόςαπαριθμούσααπαριθμούσεςαπαριθμούσεαπαριθμούσαμεαπαριθμούσατεαπαριθμούσαν / απαριθμούσανε
Αόριστοςαπαρίθμησααπαρίθμησεςαπαρίθμησεαπαριθμήσαμεαπαριθμήσατεαπαρίθμησαν / απαριθμήσαν / απαριθμήσανε
Μέλλονταςθα απαριθμήσω / θα απαριθμώθα απαριθμήσεις / θα απαριθμείςθα απαριθμήσει / θα απαριθμείθα απαριθμήσουμε / θα απαριθμούμεθα απαριθμήσετε / θα απαριθμείτεθα απαριθμήσουν / θα απαριθμήσουνε / θα απαριθμούν / θα απαριθμούνε
Παρακείμενοςέχω απαριθμήσειέχεις απαριθμήσειέχει απαριθμήσειέχουμε απαριθμήσει——
Υπερσυντέλικοςείχα απαριθμήσειείχες απαριθμήσειείχε απαριθμήσειείχαμε απαριθμήσει——
Υποτακτικήνα έχω απαριθμήσει / να απαριθμήσω / να απαριθμώνα έχεις απαριθμήσει / να απαριθμήσεις / να απαριθμείςνα έχει απαριθμήσει / να απαριθμήσει / να απαριθμείνα έχουμε απαριθμήσει / να απαριθμήσουμε / να απαριθμούμενα απαριθμήσετε / να απαριθμείτενα απαριθμήσουν / να απαριθμήσουνε / να απαριθμούν / να απαριθμούνε
Προστακτική—απαρίθμησε——απαριθμήστε / απαριθμείτε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

απαριθμήθηκααπαριθμούμαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →