Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απασχολήσιμος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που μπορεί να απασχοληθεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

απασχολήσιμος < απασχολώ + -ιμος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπασχολήσιμοςαπασχολήσιμηαπασχολήσιμο
Γενικήαπασχολήσιμουαπασχολήσιμηςαπασχολήσιμου
Αιτιατικήαπασχολήσιμοαπασχολήσιμηαπασχολήσιμο
Κλητικήαπασχολήσιμεαπασχολήσιμηαπασχολήσιμο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπασχολήσιμοιαπασχολήσιμεςαπασχολήσιμα
Γενικήαπασχολήσιμωναπασχολήσιμωναπασχολήσιμων
Αιτιατικήαπασχολήσιμουςαπασχολήσιμεςαπασχολήσιμα
Κλητικήαπασχολήσιμοιαπασχολήσιμεςαπασχολήσιμα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →