απασχολώ
•
- προσφέρω σε κάποιον εργασία, απασχόληση Βικιλεξικό
- απασχολεί στην επιχείρησή του πέντε υπαλλήλους
- διακόπτω κάποιον από την ασχολία του, την εργασία του, και στρέφω την προσοχή του προς (τον κάνω να ασχοληθεί με) κάτι ξένο προς αυτήν Βικιλεξικό
- Μην απασχολείτε τον οδηγό
Ετυμολογία
απασχολώ < ελληνιστική κοινή ἀπασχολέω / ἀπασχολῶ < ἀπό + αρχαία ελληνική ἀσχολέω < ἀ- + σχολή < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *seǵhe- / *sǵhē- (κρατώ, έχω, κατέχω)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | απασχολώ | απασχολείς | απασχολεί | απασχολούμε | απασχολείτε | απασχολούν / απασχολούνε |
| Παρατατικός | απασχολούσα | απασχολούσες | απασχολούσε | απασχολούσαμε | απασχολούσατε | απασχολούσαν / απασχολούσανε |
| Αόριστος | απασχόλησα | απασχόλησες | απασχόλησε | απασχολήσαμε | απασχολήσατε | απασχολήσαν / απασχολήσανε / απασχόλησαν |
| Μέλλοντας | θα απασχολήσω / θα απασχολώ | θα απασχολήσεις / θα απασχολείς | θα απασχολήσει / θα απασχολεί | θα απασχολήσουμε / θα απασχολούμε | θα απασχολήσετε / θα απασχολείτε | θα απασχολήσουν / θα απασχολήσουνε / θα απασχολούν / θα απασχολούνε |
| Παρακείμενος | έχω απασχολήσει | έχεις απασχολήσει | έχει απασχολήσει | έχουμε απασχολήσει | έχετε απασχολήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα απασχολήσει | είχες απασχολήσει | είχε απασχολήσει | είχαμε απασχολήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω απασχολήσει / να απασχολήσω / να απασχολώ | να έχεις απασχολήσει / να απασχολήσεις / να απασχολείς | να έχει απασχολήσει / να απασχολήσει / να απασχολεί | να έχουμε απασχολήσει / να απασχολήσουμε / να απασχολούμε | να έχετε απασχολήσει / να απασχολήσετε / να απασχολείτε | να απασχολήσουν / να απασχολήσουνε / να απασχολούν / να απασχολούνε |
| Προστακτική | — | απασχόλει / απασχόλησε | — | — | απασχολήστε / απασχολείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →